へんそう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο εκτροπή από την πορεία, απόκλιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
偏走する
Παρόν (ευγενικό)
偏走します
Άρνηση (απλή)
偏走しない
Άρνηση (ευγενική)
偏走しません
Παρελθόν (απλό)
偏走した
Παρελθόν (ευγενικό)
偏走しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
偏走しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
偏走しませんでした
Τε-μορφή
偏走して
Δυνητική
偏走できる
Προστακτική
偏走しろ
Βουλητική
偏走しよう
Υποθετική (ば)
偏走すれば