しの

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναπολώ, ενθυμούμαι, αναθυμάμαι, νοσταλγώ
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα φαντάζομαι, εικάζω, συμπεραίνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
偲ぶ
Παρόν (ευγενικό)
偲びます
Άρνηση (απλή)
偲ばない
Άρνηση (ευγενική)
偲びません
Παρελθόν (απλό)
偲んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
偲びました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
偲ばなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
偲びませんでした
Τε-μορφή
偲んで
Δυνητική
偲べる
Προστακτική
偲べ
Βουλητική
偲ぼう
Υποθετική (ば)
偲べば