そばめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραμερίζω, κοιτάζω λοξά

Κλίση

Παρόν (απλό)
側める
Παρόν (ευγενικό)
側めます
Άρνηση (απλή)
側めない
Άρνηση (ευγενική)
側めません
Παρελθόν (απλό)
側めた
Παρελθόν (ευγενικό)
側めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
側めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
側めませんでした
Τε-μορφή
側めて
Δυνητική
側められる
Προστακτική
側めろ
Βουλητική
側めよう
Υποθετική (ば)
側めれば