偶々
επίρρημα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα τυχαία, κατά σύμπτωση, συμπτωματικά, κατά τύχη (συμβαίνει να είμαι, να κάνω), απροσδόκητα, περιστασιακά
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κατά διαστήματα, αραιά και πού, πού και πού
επίρρημα | N3 | Μετάφραση από JMdict