偽いつわる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ψεύδομαι, υποκρίνομαι, προσποιούμαι, παραποιώ
  2. 02 εξαπατώ, ξεγελώ

Παραδείγματα

  • 私わたしは決けっして偽いつわりません。

    Εγώ ποτέ δεν ψεύδομαι.

  • 彼かれは自分じぶんの感情かんじょうを偽いつわって、平気へいきなふりをしました。

    Υποκρίθηκε τα συναισθήματά του και προσποιήθηκε ότι ήταν εντάξει.

  • 真実しんじつを偽いつわって公衆こうしゅうを欺あざむくことは、許ゆるされない行おこないです。

    Το να παραποιείς την αλήθεια και να εξαπατάς το κοινό είναι μια απαράδεκτη πράξη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
偽る
Παρόν (ευγενικό)
偽ります
Άρνηση (απλή)
偽らない
Άρνηση (ευγενική)
偽りません
Παρελθόν (απλό)
偽った
Παρελθόν (ευγενικό)
偽りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
偽らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
偽りませんでした
Τε-μορφή
偽って
Δυνητική
偽れる
Προστακτική
偽れ
Βουλητική
偽ろう
Υποθετική (ば)
偽れば