Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
傀儡女
くぐつめ
傀
傀儡
くぐつ
女
め
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
αρχαϊκό
ιερόδουλη, γκέισα