傍聴
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παρακολούθηση (διάλεξης, ακρόασης, συνεδρίασης κοινοβουλίου κ.λπ.), ακρόαση, παρουσία (χωρίς συμμετοχή), συμμετοχή ως παρατηρητής (π.χ. σε συνάντηση)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 傍聴する
- Παρόν (ευγενικό)
- 傍聴します
- Άρνηση (απλή)
- 傍聴しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 傍聴しません
- Παρελθόν (απλό)
- 傍聴した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 傍聴しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 傍聴しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 傍聴しませんでした
- Τε-μορφή
- 傍聴して
- Δυνητική
- 傍聴できる
- Προστακτική
- 傍聴しろ
- Βουλητική
- 傍聴しよう
- Υποθετική (ば)
- 傍聴すれば
- Υποθετική (たら)
- 傍聴したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 傍聴したい
- Απαγορευτική (~な)
- 傍聴するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 傍聴しなさい
- Παθητική
- 傍聴される
- Αιτιατική
- 傍聴させる