備そなわる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαθέτω, παρέχομαι, εξοπλίζομαι
  2. 02 κατέχω, προικίζομαι, χαρίζομαι
  3. 03 συγκαταλέγομαι, περιλαμβάνομαι

Παραδείγματα

  • 部屋へやにテレビが備そなわっている。

    Το δωμάτιο έχει τηλεόραση.

  • 彼かれは優すぐれたリーダーシップの資質ししつが備そなわっている。

    Διαθέτει εξαιρετικές ηγετικές ικανότητες.

  • 新あたらしいスマートフォンには、最新さいしんのテクノロジーが数多あまたく備そなわっており、ユーザーエクスペリエンスを格段かくだんに向上こうじょうさせている。

    Το νέο smartphone είναι εξοπλισμένο με πληθώρα σύγχρονων τεχνολογιών, βελτιώνοντας σημαντικά την εμπειρία του χρήστη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
備わる
Παρόν (ευγενικό)
備わります
Άρνηση (απλή)
備わらない
Άρνηση (ευγενική)
備わりません
Παρελθόν (απλό)
備わった
Παρελθόν (ευγενικό)
備わりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
備わらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
備わりませんでした
Τε-μορφή
備わって
Δυνητική
備われる
Προστακτική
備われ
Βουλητική
備わろう
Υποθετική (ば)
備われば