きずがつく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υφίσταμαι φθορά, παθαίνω ζημιά, γρατζουνιέμαι
  2. 02 τραυματίζομαι, πληγώνομαι
  3. 03 πλήττομαι (για φήμη ή κύρος)

Κλίση

Παρόν (απλό)
傷がつく
Παρόν (ευγενικό)
傷がつきます
Άρνηση (απλή)
傷がつかない
Άρνηση (ευγενική)
傷がつきません
Παρελθόν (απλό)
傷がついた
Παρελθόν (ευγενικό)
傷がつきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
傷がつかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
傷がつきませんでした
Τε-μορφή
傷がついて
Δυνητική
傷がつける
Προστακτική
傷がつけ
Βουλητική
傷がつこう
Υποθετική (ば)
傷がつけば