傷きずつく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πληγώνομαι, τραυματίζομαι
  2. 02 προσβάλλομαι, πληγώνομαι (συναισθηματικά)
  3. 03 παθαίνω ζημιά, φθείρομαι, αποκτώ ένα ψεγάδι, γρατσουνίζομαι

Παραδείγματα

  • 心こころが傷きずついた。

    Η καρδιά μου πληγώθηκε.

  • 彼かれの言葉ことばに傷きずついた。

    Με πλήγωσαν τα λόγια του.

  • 人ひとの心こころを傷きずつけるようなことは、決けっして言いってはいけません。

    Δεν πρέπει ποτέ να λες πράγματα που πληγώνουν τους άλλους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
傷つく
Παρόν (ευγενικό)
傷つきます
Άρνηση (απλή)
傷つかない
Άρνηση (ευγενική)
傷つきません
Παρελθόν (απλό)
傷ついた
Παρελθόν (ευγενικό)
傷つきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
傷つかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
傷つきませんでした
Τε-μορφή
傷ついて
Δυνητική
傷つける
Προστακτική
傷つけ
Βουλητική
傷つこう
Υποθετική (ば)
傷つけば