傷きずつける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πληγώνω, τραυματίζω
  2. 02 πληγώνω τα συναισθήματα κάποιου, προσβάλλω (την υπερηφάνεια, κ.λπ.)
  3. 03 καταστρέφω, βλάπτω, χαράσσω, σπάω

Παραδείγματα

  • 人ひとを傷きずつけないでください。

    Μην πληγώνεις τους ανθρώπους.

  • 彼かれの言葉ことばは私わたしの心こころを傷きずつけました。

    Τα λόγια του με πλήγωσαν πολύ.

  • 無責任むせきにんな行動こうどうは、周まわりの人ひとの信頼しんらいを傷きずつけるだけでなく、自分自身じぶんじしんの評判ひょうばんをも落おとしかねません。

    Οι ανεύθυνες πράξεις όχι μόνο πληγώνουν την εμπιστοσύνη των γύρω μας, αλλά μπορούν και να βλάψουν τη δική μας φήμη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
傷つける
Παρόν (ευγενικό)
傷つけます
Άρνηση (απλή)
傷つけない
Άρνηση (ευγενική)
傷つけません
Παρελθόν (απλό)
傷つけた
Παρελθόν (ευγενικό)
傷つけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
傷つけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
傷つけませんでした
Τε-μορφή
傷つけて
Δυνητική
傷つけられる
Προστακτική
傷つけろ
Βουλητική
傷つけよう
Υποθετική (ば)
傷つければ