きず

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ράβω πληγή

Κλίση

Παρόν (απλό)
傷を縫う
Παρόν (ευγενικό)
傷を縫います
Άρνηση (απλή)
傷を縫わない
Άρνηση (ευγενική)
傷を縫いません
Παρελθόν (απλό)
傷を縫った
Παρελθόν (ευγενικό)
傷を縫いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
傷を縫わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
傷を縫いませんでした
Τε-μορφή
傷を縫って
Δυνητική
傷を縫える
Προστακτική
傷を縫え
Βουλητική
傷を縫おう
Υποθετική (ば)
傷を縫えば