働かす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 βάζω κάποιον να εργαστεί, αναγκάζω κάποιον να δουλέψει
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 働かす
- Παρόν (ευγενικό)
- 働かします
- Άρνηση (απλή)
- 働かさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 働かしません
- Παρελθόν (απλό)
- 働かした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 働かしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 働かさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 働かしませんでした
- Τε-μορφή
- 働かして
- Δυνητική
- 働かせる
- Προστακτική
- 働かせ
- Βουλητική
- 働かそう
- Υποθετική (ば)
- 働かせば
- Υποθετική (たら)
- 働かしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 働かしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 働かすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 働かしなさい
- Παθητική
- 働かされる
- Αιτιατική
- 働かさせる