はたらかせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βάζω κάποιον να δουλέψει, απασχολώ κάποιον
  2. 02 χρησιμοποιώ, εφαρμόζω, ασκώ, επιστρατεύω (π.χ. αυτοσυγκράτηση, φαντασία, το μυαλό μου κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
働かせる
Παρόν (ευγενικό)
働かせます
Άρνηση (απλή)
働かせない
Άρνηση (ευγενική)
働かせません
Παρελθόν (απλό)
働かせた
Παρελθόν (ευγενικό)
働かせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
働かせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
働かせませんでした
Τε-μορφή
働かせて
Δυνητική
働かせられる
Προστακτική
働かせろ
Βουλητική
働かせよう
Υποθετική (ば)
働かせれば