はたらきかける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ασκώ πίεση σε κάποιον, απευθύνομαι σε κάποιον, επιδιώκω ενέργεια από κάποιον, επηρεάζω κάποιον
  2. 02 αρχίζω να εργάζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
働きかける
Παρόν (ευγενικό)
働きかけます
Άρνηση (απλή)
働きかけない
Άρνηση (ευγενική)
働きかけません
Παρελθόν (απλό)
働きかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
働きかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
働きかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
働きかけませんでした
Τε-μορφή
働きかけて
Δυνητική
働きかけられる
Προστακτική
働きかけろ
Βουλητική
働きかけよう
Υποθετική (ば)
働きかければ