ひが

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα έχω διαστρεβλωμένη άποψη, έχω προκατάληψη
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αισθάνομαι ότι μου έχουν φερθεί άδικα
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα ζηλεύω, φθονώ, έχω σύμπλεγμα κατωτερότητας

Κλίση

Παρόν (απλό)
僻む
Παρόν (ευγενικό)
僻みます
Άρνηση (απλή)
僻まない
Άρνηση (ευγενική)
僻みません
Παρελθόν (απλό)
僻んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
僻みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
僻まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
僻みませんでした
Τε-μορφή
僻んで
Δυνητική
僻める
Προστακτική
僻め
Βουλητική
僻もう
Υποθετική (ば)
僻めば