へきざい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απομακρυσμένος, ευρισκόμενος σε απομονωμένη επαρχιακή περιοχή

Κλίση

Παρόν (απλό)
僻在する
Παρόν (ευγενικό)
僻在します
Άρνηση (απλή)
僻在しない
Άρνηση (ευγενική)
僻在しません
Παρελθόν (απλό)
僻在した
Παρελθόν (ευγενικό)
僻在しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
僻在しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
僻在しませんでした
Τε-μορφή
僻在して
Δυνητική
僻在できる
Προστακτική
僻在しろ
Βουλητική
僻在しよう
Υποθετική (ば)
僻在すれば