まま

άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κατά βούληση, όπως θέλει κάποιος, όπως του λένε, όπου (π.χ. όπου τον βγάλουν τα πόδια του), σύμφωνα με