まま

ουσιαστικό, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα όπως είναι, παραμένοντας (σε μια κατάσταση), διατηρώντας (το ίδιο), αφήνοντας (αμετάβλητο)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα με (π.χ. τα μάτια κλειστά, το φως αναμμένο), ενώ (π.χ. όρθιος, ζωντανός), όπως
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα όπως (θέλει κανείς, του λέγεται, κ.λπ.), σύμφωνα με
  4. 04 όπως ακριβώς