儚はかない

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα φευγαλέος, παροδικός, βραχύβιος, στιγμιαίος, εφήμερος, ευμετάβλητος, μάταιος
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κενός (όνειρο κ.λπ.), απλός (ελπίδα), αμυδρός (πιθανότητα)

Παραδείγματα

  • 儚はかない夢ゆめを見みた。

    Είδα ένα φευγαλέο όνειρο.

  • 人生じんせいは儚はかないものだと感かんじます。

    Νιώθω ότι η ζωή είναι κάτι εφήμερο.

  • 桜さくらが咲さき誇ほこる姿すがたは実じつに儚はかなく、その美うつくしさが心こころに深ふかく刻きざまれました。

    Η εικόνα των ανθισμένων κερασιών ήταν πραγματικά φευγαλέα, και η ομορφιά της χαράχτηκε βαθιά στην καρδιά μου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
儚い
Παρόν (ευγενικό)
儚いです
Άρνηση (απλή)
儚くない
Άρνηση (ευγενική)
儚くないです
Παρελθόν (απλό)
儚かった
Παρελθόν (ευγενικό)
儚かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
儚くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
儚くなかったです
Τε-μορφή
儚くて
Υποθετική (ば)
儚ければ