やさしくする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είμαι ευγενικός με, μεταχειρίζομαι με καλοσύνη

Παραδείγματα

  • 友達ともだちやさしくします

    Φέρομαι ευγενικά στους φίλους μου.

  • だれにでもやさしくすることが大切たいせつです。

    Είναι σημαντικό να φέρεσαι ευγενικά σε όλους.

  • どんなにいそがしくても、他人たにんにはやさしくする心掛こころがけが人間関係にんげんかんけい円滑えんかつにします。

    Όσο απασχολημένος κι αν είσαι, το να προσπαθείς να είσαι ευγενικός με τους άλλους, κάνει τις διαπροσωπικές σχέσεις πιο ομαλές.

Κλίση

Παρόν (απλό)
優しくする
Παρόν (ευγενικό)
優しくします
Άρνηση (απλή)
優しくしない
Άρνηση (ευγενική)
優しくしません
Παρελθόν (απλό)
優しくした
Παρελθόν (ευγενικό)
優しくしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
優しくしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
優しくしませんでした
Τε-μορφή
優しくして
Δυνητική
優しくできる
Προστακτική
優しくしろ
Βουλητική
優しくしよう
Υποθετική (ば)
優しくすれば