もうける

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κερδίζω, αποκομίζω κέρδος, εισπράττω
  2. 02 αποκτώ παιδί, γεννώ
  3. 03 έχω μια τύχη, τυχαίνω ευνοϊκής συγκυρίας

Κλίση

Παρόν (απλό)
儲ける
Παρόν (ευγενικό)
儲けます
Άρνηση (απλή)
儲けない
Άρνηση (ευγενική)
儲けません
Παρελθόν (απλό)
儲けた
Παρελθόν (ευγενικό)
儲けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
儲けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
儲けませんでした
Τε-μορφή
儲けて
Δυνητική
儲けられる
Προστακτική
儲けろ
Βουλητική
儲けよう
Υποθετική (ば)
儲ければ