兀立
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα σπάνιο υψηλός, επιβλητικός
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα σπάνιο στέκομαι ακίνητος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 兀立する
- Παρόν (ευγενικό)
- 兀立します
- Άρνηση (απλή)
- 兀立しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 兀立しません
- Παρελθόν (απλό)
- 兀立した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 兀立しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 兀立しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 兀立しませんでした
- Τε-μορφή
- 兀立して
- Δυνητική
- 兀立できる
- Προστακτική
- 兀立しろ
- Βουλητική
- 兀立しよう
- Υποθετική (ば)
- 兀立すれば
- Υποθετική (たら)
- 兀立したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 兀立したい
- Απαγορευτική (~な)
- 兀立するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 兀立しなさい
- Παθητική
- 兀立される
- Αιτιατική
- 兀立させる