元もと々もと

επίρρημα, ουσιαστικό, επίθετο | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αρχικά, από την αρχή, εκ φύσεως
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αβλαβής, στα ίσα, όπως ήταν πριν

Παραδείγματα

  • 元々もともと、私わたしは猫ねこが好すきです。

    Από πάντα, μου αρέσουν οι γάτες.

  • この場所ばしょは元々もともと、森もりでした。

    Αυτό το μέρος ήταν αρχικά δάσος.

  • 彼かれは元々もともと、とても真面目まじめな性格せいかくでしたが、最近さいきんは少すこし変かわったようです。

    Αυτός ήταν ανέκαθεν πολύ σοβαρός χαρακτήρας, αλλά τον τελευταίο καιρό φαίνεται να έχει αλλάξει λίγο.