元が取れる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποσβένω το αρχικό κεφάλαιο, καλύπτω τα έξοδα, βγάζω τα λεφτά μου
- 02 ιδιωματισμός αξίζω τον κόπο, ανταμείβω (π.χ. σκληρή δουλειά)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 元が取れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 元が取れます
- Άρνηση (απλή)
- 元が取れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 元が取れません
- Παρελθόν (απλό)
- 元が取れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 元が取れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 元が取れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 元が取れませんでした
- Τε-μορφή
- 元が取れて
- Δυνητική
- 元が取れられる
- Προστακτική
- 元が取れろ
- Βουλητική
- 元が取れよう
- Υποθετική (ば)
- 元が取れれば
- Υποθετική (たら)
- 元が取れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 元が取れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 元が取れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 元が取れなさい
- Παθητική
- 元が取れられる
- Αιτιατική
- 元が取れさせる