元の鞘に収まる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός θάβω το τσεκούρι του πολέμου, τα βρίσκω, συμφιλιώνομαι, επανασυνδέομαι (π.χ. ζευγάρι), επανέρχομαι στην προηγούμενη κατάσταση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 元の鞘に収まる
- Παρόν (ευγενικό)
- 元の鞘に収まります
- Άρνηση (απλή)
- 元の鞘に収まらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 元の鞘に収まりません
- Παρελθόν (απλό)
- 元の鞘に収まった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 元の鞘に収まりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 元の鞘に収まらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 元の鞘に収まりませんでした
- Τε-μορφή
- 元の鞘に収まって
- Δυνητική
- 元の鞘に収まれる
- Προστακτική
- 元の鞘に収まれ
- Βουλητική
- 元の鞘に収まろう
- Υποθετική (ば)
- 元の鞘に収まれば
- Υποθετική (たら)
- 元の鞘に収まったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 元の鞘に収まりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 元の鞘に収まるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 元の鞘に収まりなさい
- Παθητική
- 元の鞘に収まられる
- Αιτιατική
- 元の鞘に収まらせる