もと辿たど

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανατρέχω στην προέλευση κάποιου πράγματος

Κλίση

Παρόν (απλό)
元を辿る
Παρόν (ευγενικό)
元を辿ります
Άρνηση (απλή)
元を辿らない
Άρνηση (ευγενική)
元を辿りません
Παρελθόν (απλό)
元を辿った
Παρελθόν (ευγενικό)
元を辿りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
元を辿らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
元を辿りませんでした
Τε-μορφή
元を辿って
Δυνητική
元を辿れる
Προστακτική
元を辿れ
Βουλητική
元を辿ろう
Υποθετική (ば)
元を辿れば