元気づける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εμψυχώνω, τονώνω το ηθικό
- 02 ευθυμώ, φτιάχνω τη διάθεση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 元気づける
- Παρόν (ευγενικό)
- 元気づけます
- Άρνηση (απλή)
- 元気づけない
- Άρνηση (ευγενική)
- 元気づけません
- Παρελθόν (απλό)
- 元気づけた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 元気づけました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 元気づけなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 元気づけませんでした
- Τε-μορφή
- 元気づけて
- Δυνητική
- 元気づけられる
- Προστακτική
- 元気づけろ
- Βουλητική
- 元気づけよう
- Υποθετική (ば)
- 元気づければ
- Υποθετική (たら)
- 元気づけたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 元気づけたい
- Απαγορευτική (~な)
- 元気づけるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 元気づけなさい
- Παθητική
- 元気づけられる
- Αιτιατική
- 元気づけさせる