けいていかきせめ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μαλώνω ανάμεσα σε φίλους ή αδέλφια

Κλίση

Παρόν (απλό)
兄弟牆に鬩ぐ
Παρόν (ευγενικό)
兄弟牆に鬩ぎます
Άρνηση (απλή)
兄弟牆に鬩がない
Άρνηση (ευγενική)
兄弟牆に鬩ぎません
Παρελθόν (απλό)
兄弟牆に鬩いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
兄弟牆に鬩ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
兄弟牆に鬩がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
兄弟牆に鬩ぎませんでした
Τε-μορφή
兄弟牆に鬩いで
Δυνητική
兄弟牆に鬩げる
Προστακτική
兄弟牆に鬩げ
Βουλητική
兄弟牆に鬩ごう
Υποθετική (ば)
兄弟牆に鬩げば