充員
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 στρατολόγηση (π.χ. στρατευμάτων)
- 02 εφεδρείες, νεοσύλλεκτοι, στρατεύσιμοι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 充員する
- Παρόν (ευγενικό)
- 充員します
- Άρνηση (απλή)
- 充員しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 充員しません
- Παρελθόν (απλό)
- 充員した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 充員しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 充員しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 充員しませんでした
- Τε-μορφή
- 充員して
- Δυνητική
- 充員できる
- Προστακτική
- 充員しろ
- Βουλητική
- 充員しよう
- Υποθετική (ば)
- 充員すれば
- Υποθετική (たら)
- 充員したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 充員したい
- Απαγορευτική (~な)
- 充員するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 充員しなさい
- Παθητική
- 充員される
- Αιτιατική
- 充員させる