充じゅう実じつ

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πληρότητα, ολοκλήρωση, τελειότητα, ουσιαστικότητα
  2. 02 αναβάθμιση, βελτίωση, εμπλουτισμός
  3. 03 αναπλήρωση, πλήρωση

Παραδείγματα

  • 今日きょうは充実じゅうじつした一日いちにちでした。

    Σήμερα ήταν μια γεμάτη μέρα.

  • 毎日まいにちの生活せいかつをより充実じゅうじつさせたいと思おもっています。

    Θέλω να κάνω την καθημερινότητά μου πιο ουσιαστική.

  • 仕事しごとだけでなくプライベートも充実じゅうじつさせることで、人生じんせいそのものが豊ゆたかになると感かんじています。

    Πιστεύω ότι εμπλουτίζοντας όχι μόνο την εργασία αλλά και την προσωπική μας ζωή, η ίδια η ζωή γίνεται πιο πλούσια.

Κλίση

Παρόν (απλό)
充実する
Παρόν (ευγενικό)
充実します
Άρνηση (απλή)
充実しない
Άρνηση (ευγενική)
充実しません
Παρελθόν (απλό)
充実した
Παρελθόν (ευγενικό)
充実しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
充実しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
充実しませんでした
Τε-μορφή
充実して
Δυνητική
充実できる
Προστακτική
充実しろ
Βουλητική
充実しよう
Υποθετική (ば)
充実すれば