Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
充電期間
じゅうでんきかん
充
充
じゅう
電
でん
期
き
間
かん
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
περίοδος φόρτισης, χρόνος που απαιτείται για τη φόρτιση μιας μπαταρίας
02
καθομιλουμένη
περίοδος αναπλήρωσης δυνάμεων (μεταφορικά), περίοδος ανάπαυσης και προετοιμασίας