さき

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ηγούμαι, αναλαμβάνω την πρωτοβουλία
  2. 02 προηγούμαι (π.χ. η θλίψη να υπερισχύει του θυμού)
  3. 03 είμαι το πιο ουσιώδες

Κλίση

Παρόν (απλό)
先に立つ
Παρόν (ευγενικό)
先に立ちます
Άρνηση (απλή)
先に立たない
Άρνηση (ευγενική)
先に立ちません
Παρελθόν (απλό)
先に立った
Παρελθόν (ευγενικό)
先に立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
先に立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
先に立ちませんでした
Τε-μορφή
先に立って
Δυνητική
先に立てる
Προστακτική
先に立て
Βουλητική
先に立とう
Υποθετική (ば)
先に立てば