さきんずればひとせい

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παροιμία όποιος προλαβαίνει τον κύριο κερδίζει

Κλίση

Παρόν (απλό)
先んずれば人を制す
Παρόν (ευγενικό)
先んずれば人を制します
Άρνηση (απλή)
先んずれば人を制さない
Άρνηση (ευγενική)
先んずれば人を制しません
Παρελθόν (απλό)
先んずれば人を制した
Παρελθόν (ευγενικό)
先んずれば人を制しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
先んずれば人を制さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
先んずれば人を制しませんでした
Τε-μορφή
先んずれば人を制して
Δυνητική
先んずれば人を制せる
Προστακτική
先んずれば人を制せ
Βουλητική
先んずれば人を制そう
Υποθετική (ば)
先んずれば人を制せば