先取り
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 προείσπραξη (π.χ. μισθών, τόκων), προκαταβολική λήψη
- 02 πρόβλεψη, πρωτοπορία (π.χ. σε σχέση με την εποχή)
- 03 προανάκτηση (prefetch)
- 04 προκαταβολική ολοκλήρωση (δηλαδή η ολοκλήρωση της πρότασης κάποιου άλλου)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 先取りする
- Παρόν (ευγενικό)
- 先取りします
- Άρνηση (απλή)
- 先取りしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 先取りしません
- Παρελθόν (απλό)
- 先取りした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 先取りしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 先取りしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 先取りしませんでした
- Τε-μορφή
- 先取りして
- Δυνητική
- 先取りできる
- Προστακτική
- 先取りしろ
- Βουλητική
- 先取りしよう
- Υποθετική (ば)
- 先取りすれば
- Υποθετική (たら)
- 先取りしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 先取りしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 先取りするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 先取りしなさい
- Παθητική
- 先取りされる
- Αιτιατική
- 先取りさせる