先さき立だつ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προηγούμαι, ηγούμαι (σε κάποια δράση)
  2. 02 προπορεύομαι, προηγούμαι, έχω προτεραιότητα
  3. 03 πεθαίνω νωρίτερα (κυρίως από τον σύζυγο, τους γονείς κ.λπ.)
  4. 04 αποτελώ προαπαιτούμενο

Παραδείγματα

  • 私わたしが先立さきだちます。

    Εγώ θα προχωρήσω πρώτος.

  • 何事なにごとも準備じゅんびが先立さきだつべきです。

    Η προετοιμασία πρέπει να προηγείται σε οτιδήποτε.

  • 彼かれの研究けんきゅうが、将来しょうらいの技術革新ぎじゅつかくしんに先立さきだつ重要じゅうような一歩いっぽとなるでしょう。

    Η έρευνά του θα αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα που θα προηγηθεί των μελλοντικών τεχνολογικών καινοτομιών.

Κλίση

Παρόν (απλό)
先立つ
Παρόν (ευγενικό)
先立ちます
Άρνηση (απλή)
先立たない
Άρνηση (ευγενική)
先立ちません
Παρελθόν (απλό)
先立った
Παρελθόν (ευγενικό)
先立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
先立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
先立ちませんでした
Τε-μορφή
先立って
Δυνητική
先立てる
Προστακτική
先立て
Βουλητική
先立とう
Υποθετική (ば)
先立てば