先輩面
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ύφος ανωτέρου, πατρωνική στάση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 先輩面する
- Παρόν (ευγενικό)
- 先輩面します
- Άρνηση (απλή)
- 先輩面しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 先輩面しません
- Παρελθόν (απλό)
- 先輩面した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 先輩面しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 先輩面しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 先輩面しませんでした
- Τε-μορφή
- 先輩面して
- Δυνητική
- 先輩面できる
- Προστακτική
- 先輩面しろ
- Βουλητική
- 先輩面しよう
- Υποθετική (ば)
- 先輩面すれば
- Υποθετική (たら)
- 先輩面したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 先輩面したい
- Απαγορευτική (~な)
- 先輩面するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 先輩面しなさい
- Παθητική
- 先輩面される
- Αιτιατική
- 先輩面させる