せんぱいづら

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ύφος ανωτέρου, πατρωνική στάση

Κλίση

Παρόν (απλό)
先輩面する
Παρόν (ευγενικό)
先輩面します
Άρνηση (απλή)
先輩面しない
Άρνηση (ευγενική)
先輩面しません
Παρελθόν (απλό)
先輩面した
Παρελθόν (ευγενικό)
先輩面しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
先輩面しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
先輩面しませんでした
Τε-μορφή
先輩面して
Δυνητική
先輩面できる
Προστακτική
先輩面しろ
Βουλητική
先輩面しよう
Υποθετική (ば)
先輩面すれば