せんぱいかぜかす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμπεριφέρομαι με ύφος ανωτερότητας λόγω παλαιότητας

Κλίση

Παρόν (απλό)
先輩風を吹かす
Παρόν (ευγενικό)
先輩風を吹かします
Άρνηση (απλή)
先輩風を吹かさない
Άρνηση (ευγενική)
先輩風を吹かしません
Παρελθόν (απλό)
先輩風を吹かした
Παρελθόν (ευγενικό)
先輩風を吹かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
先輩風を吹かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
先輩風を吹かしませんでした
Τε-μορφή
先輩風を吹かして
Δυνητική
先輩風を吹かせる
Προστακτική
先輩風を吹かせ
Βουλητική
先輩風を吹かそう
Υποθετική (ば)
先輩風を吹かせば