先輩
ουσιαστικό, επίθημα | N4 | Μετάφραση από JMdict
- 01 επίθημα ανώτερος (στο σχολείο, στη δουλειά κ.λπ.), μεγαλύτερος σε ηλικία, ηλικιωμένος, προκάτοχος
Παραδείγματα
-
先輩は優しいです。
Ο senpai είναι ευγενικός.
-
仕事で困ったとき、いつも先輩に助けてもらっています。
Όταν έχω δυσκολίες στη δουλειά, ο senpai μου με βοηθάει πάντα.
-
入社したての頃は、右も左も分からず戸惑ってばかりでしたが、先輩の的確なアドバイスのおかげで、今では自信を持って仕事に取り組めています。
Όταν πρωτοξεκίνησα στη δουλειά, δεν ήξερα πού πατούσα και πού βρισκόμουν και ένιωθα χαμένος/η, αλλά χάρη στις ακριβείς συμβουλές του senpai μου, τώρα μπορώ να αντιμετωπίζω τη δουλειά μου με αυτοπεποίθηση.