せんえい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ριζοσπαστικοποίηση, μετατροπή σε ριζοσπαστικό
  2. 02 εντατικοποίηση, επιδείνωση, οξυνόμενος
  3. 03 οξύνοντας (π.χ. μιας εικόνας), στενεύοντας (μιας κορυφής)

Κλίση

Παρόν (απλό)
先鋭化する
Παρόν (ευγενικό)
先鋭化します
Άρνηση (απλή)
先鋭化しない
Άρνηση (ευγενική)
先鋭化しません
Παρελθόν (απλό)
先鋭化した
Παρελθόν (ευγενικό)
先鋭化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
先鋭化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
先鋭化しませんでした
Τε-μορφή
先鋭化して
Δυνητική
先鋭化できる
Προστακτική
先鋭化しろ
Βουλητική
先鋭化しよう
Υποθετική (ば)
先鋭化すれば