ひかかがや

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λάμπω, ακτινοβολώ, φέγγω, αστράφτω

Παραδείγματα

  • ほしひかりかがや

    Τα αστέρια λάμπουν.

  • 彼女かのじょひとみよろこびでひかりかがやいていた。

    Τα μάτια της έλαμπαν από χαρά.

  • あたらしい時代じだい幕開まくあけをげるかのように、その都市とし夜空よぞらひかりかがやいていた。

    Σαν να ανήγγελλε την αυγή μιας νέας εποχής, η πόλη έλαμπε στον νυχτερινό ουρανό.

Κλίση

Παρόν (απλό)
光り輝く
Παρόν (ευγενικό)
光り輝きます
Άρνηση (απλή)
光り輝かない
Άρνηση (ευγενική)
光り輝きません
Παρελθόν (απλό)
光り輝いた
Παρελθόν (ευγενικό)
光り輝きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
光り輝かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
光り輝きませんでした
Τε-μορφή
光り輝いて
Δυνητική
光り輝ける
Προστακτική
光り輝け
Βουλητική
光り輝こう
Υποθετική (ば)
光り輝けば