光を当てる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ρίχνω φως σε κάτι, φωτίζω
- 02 φέρνω στο φως, αποκαλύπτω (π.χ. την αλήθεια)
- 03 στρέφω την προσοχή σε κάτι, εστιάζω σε κάτι που αγνοούνταν προηγουμένως, εξετάζω από μια νέα προοπτική
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 光を当てる
- Παρόν (ευγενικό)
- 光を当てます
- Άρνηση (απλή)
- 光を当てない
- Άρνηση (ευγενική)
- 光を当てません
- Παρελθόν (απλό)
- 光を当てた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 光を当てました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 光を当てなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 光を当てませんでした
- Τε-μορφή
- 光を当てて
- Δυνητική
- 光を当てられる
- Προστακτική
- 光を当てろ
- Βουλητική
- 光を当てよう
- Υποθετική (ば)
- 光を当てれば
- Υποθετική (たら)
- 光を当てたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 光を当てたい
- Απαγορευτική (~な)
- 光を当てるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 光を当てなさい
- Παθητική
- 光を当てられる
- Αιτιατική
- 光を当てさせる