ひかりとお

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιτρέπω στο φως να περάσει, αφήνω το φως να διαπεράσει

Κλίση

Παρόν (απλό)
光を通す
Παρόν (ευγενικό)
光を通します
Άρνηση (απλή)
光を通さない
Άρνηση (ευγενική)
光を通しません
Παρελθόν (απλό)
光を通した
Παρελθόν (ευγενικό)
光を通しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
光を通さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
光を通しませんでした
Τε-μορφή
光を通して
Δυνητική
光を通せる
Προστακτική
光を通せ
Βουλητική
光を通そう
Υποθετική (ば)
光を通せば