めんじる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απολύω (από θέση)
  2. 02 εξαιρώ, απαλλάσσω από, συγχωρώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
免じる
Παρόν (ευγενικό)
免じます
Άρνηση (απλή)
免じない
Άρνηση (ευγενική)
免じません
Παρελθόν (απλό)
免じた
Παρελθόν (ευγενικό)
免じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
免じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
免じませんでした
Τε-μορφή
免じて
Δυνητική
免じられる
Προστακτική
免じろ
Βουλητική
免じよう
Υποθετική (ば)
免じれば