免れる
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαφεύγω (από καταστροφή, θάνατο κ.λπ.), σώζομαι, γλιτώνω
- 02 αποφεύγω (π.χ. τιμωρία), εκφεύγω (π.χ. ευθύνη), ξεφεύγω, απαλλάσσομαι
Παραδείγματα
-
危険を免れました。
Γλίτωσα από τον κίνδυνο.
-
彼は危うく処罰を免れた。
Παρά λίγο να γλιτώσει την τιμωρία.
-
どんなに努力しても、この悲劇を免れることはできなかった。
Όσο κι αν προσπαθήσαμε, δεν μπορέσαμε να αποφύγουμε αυτή την τραγωδία.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 免れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 免れます
- Άρνηση (απλή)
- 免れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 免れません
- Παρελθόν (απλό)
- 免れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 免れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 免れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 免れませんでした
- Τε-μορφή
- 免れて
- Δυνητική
- 免れられる
- Προστακτική
- 免れろ
- Βουλητική
- 免れよう
- Υποθετική (ば)
- 免れれば
- Υποθετική (たら)
- 免れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 免れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 免れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 免れなさい
- Παθητική
- 免れられる
- Αιτιατική
- 免れさせる