めんきょ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παίρνω άδεια οδήγησης

Κλίση

Παρόν (απλό)
免許を取る
Παρόν (ευγενικό)
免許を取ります
Άρνηση (απλή)
免許を取らない
Άρνηση (ευγενική)
免許を取りません
Παρελθόν (απλό)
免許を取った
Παρελθόν (ευγενικό)
免許を取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
免許を取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
免許を取りませんでした
Τε-μορφή
免許を取って
Δυνητική
免許を取れる
Προστακτική
免許を取れ
Βουλητική
免許を取ろう
Υποθετική (ば)
免許を取れば