めんしん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντισεισμική θεμελίωση, σεισμική απομόνωση βάσης, αντισεισμική μόνωση βάσης, απόσβεση κραδασμών στη βάση ενός κτιρίου

Κλίση

Παρόν (απλό)
免震する
Παρόν (ευγενικό)
免震します
Άρνηση (απλή)
免震しない
Άρνηση (ευγενική)
免震しません
Παρελθόν (απλό)
免震した
Παρελθόν (ευγενικό)
免震しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
免震しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
免震しませんでした
Τε-μορφή
免震して
Δυνητική
免震できる
Προστακτική
免震しろ
Βουλητική
免震しよう
Υποθετική (ば)
免震すれば