入りきる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χωρώ (μέσα σε κάτι)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 入りきる
- Παρόν (ευγενικό)
- 入りきります
- Άρνηση (απλή)
- 入りきらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 入りきりません
- Παρελθόν (απλό)
- 入りきった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 入りきりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 入りきらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 入りきりませんでした
- Τε-μορφή
- 入りきって
- Δυνητική
- 入りきれる
- Προστακτική
- 入りきれ
- Βουλητική
- 入りきろう
- Υποθετική (ば)
- 入りきれば
- Υποθετική (たら)
- 入りきったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 入りきりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 入りきるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 入りきりなさい
- Παθητική
- 入りきられる
- Αιτιατική
- 入りきらせる