ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοντεύω να μπω (σε μπανιέρα κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
入り掛ける
Παρόν (ευγενικό)
入り掛けます
Άρνηση (απλή)
入り掛けない
Άρνηση (ευγενική)
入り掛けません
Παρελθόν (απλό)
入り掛けた
Παρελθόν (ευγενικό)
入り掛けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入り掛けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入り掛けませんでした
Τε-μορφή
入り掛けて
Δυνητική
入り掛けられる
Προστακτική
入り掛けろ
Βουλητική
入り掛けよう
Υποθετική (ば)
入り掛ければ