はい

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μπαίνω, εισέρχομαι, διεισδύω, εισχωρώ (π.χ. σε ένα σπίτι)
  2. 02 περιπλέκομαι

Παραδείγματα

  • ねこはこ入り込はいりこ

    Η γάτα μπαίνει μέσα στο κουτί.

  • 奥深おくぶかもりなか入り込はいりこんだ

    Μπήκαμε βαθιά μέσα στο δάσος.

  • その小説しょうせつ世界観せかいかんふか入り込はいりこんでしまい、時間じかんわすれてしまった。

    Βυθίστηκα τόσο πολύ στον κόσμο αυτού του μυθιστορήματος που ξέχασα την ώρα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
入り込む
Παρόν (ευγενικό)
入り込みます
Άρνηση (απλή)
入り込まない
Άρνηση (ευγενική)
入り込みません
Παρελθόν (απλό)
入り込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
入り込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入り込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入り込みませんでした
Τε-μορφή
入り込んで
Δυνητική
入り込める
Προστακτική
入り込め
Βουλητική
入り込もう
Υποθετική (ば)
入り込めば